απαγγελία

[апангэлиа] ουσ. Θ. декламация, произнесение

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαγγελία" в других словарях:

  • ἀπαγγελία — ἀπαγγελίᾱ , ἀπαγγελία report fem nom/voc/acc dual ἀπαγγελίᾱ , ἀπαγγελία report fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαγγελία — η 1. η με ύφος και ρυθμό ανάγνωση ή εκφώνηση: Η καλή απαγγελία ενός ποιήματος χρειάζεται άσκηση. 2. η έκφραση του λόγου, η άρθρωση των λέξεων: Η απαγγελία του δεν ήταν καθόλου καλή. 3. (νομ.), «απαγγελία κατηγορίας», η διατύπωση της κατηγορίας… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπαγγελίᾳ — ἀπαγγελίαι , ἀπαγγελία report fem nom/voc pl ἀπαγγελίᾱͅ , ἀπαγγελία report fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαγγελία — H τέχνη που διδάσκει στον ηθοποιό τον τρόπο ομιλίας, αφήγησης, ανάγνωσης κλπ. πάνω στη σκηνή. Λέγεται επίσης και τέχνη του λόγου. Διακρίνεται σε τραγική, δραματική και κωμική. Για σωστή α. πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα κάθε φορά… …   Dictionary of Greek

  • ἀπαγγελίας — ἀπαγγελίᾱς , ἀπαγγελία report fem acc pl ἀπαγγελίᾱς , ἀπαγγελία report fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελίαι — ἀπαγγελία report fem nom/voc pl ἀπαγγελίᾱͅ , ἀπαγγελία report fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελίαν — ἀπαγγελίᾱν , ἀπαγγελία report fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελιῶν — ἀπαγγελία report fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελίαις — ἀπαγγελία report fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.